+30 210 77 77 188
cardio-ekdosi-slider

NEWS LETTER

 

 

 

Επιστημονική ένωση Καρδιαγγειακής Απεικόνισης

Συγγραφείς:

Αλεξάνδρα Φρογουδάκη, MD, PhD, FESC

Διευθύντρια ΕΣΥ Καρδιολογίας, Ιατρείο Συγγενών Καρδιοπαθειών Ενηλίκων

Β’ Παν/κή Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν. “ΑΤΤΙΚΟΝ”

 

Γεώργιος Μακαβός, MD, PhD

Επιμελητής Β’ Καρδιολογίας

Καρδιολογικό Τμήμα, Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος “Η ΣΩΤΗΡΙΑ”

 

 

 

Εκτίμηση της διαστολικής δυσλειτουργίας σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες και πρόγνωση ασθενών μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου.

 

Στη μελέτη αυτή οι ερευνητές μελέτησαν αναδρομικά 419 ασθενείς μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου χωρίς προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος.

Στους ασθενείς αυτούς μελετήθηκε η προγνωστική αξία της διαστολικής δυσλειτουργίας (ΔΔ) σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες (2016 American Society of Echocardiography and European Association of Cardiovascular Imaging guidelines) και συγκρίθηκε με την προγνωστική αξία σημαντικής ΔΔ σύμφωνα με τις παλαιότερες αντίστοιχες οδηγίες του 2009.Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα (ΜΚΣ) ως ο συνδυασμός θανάτου, εμφράγματος και καρδιακής ανεπάρκειας. Σε διάστημα παρακολούθησης 2 ετών περίπου φάνηκε ότι εκτίμηση της ΔΔ με τα τρέχοντα κριτήρια (ΔΔ 2016) σχετίζονταν καλύτερα με τα ΜΚΣ σε σύγκριση με τα παλαιότερα κριτήρια (ΔΔ 2009) (log-rank Χ2 = 21.01 [P < 0.001] έναντι 13.13 [P = 0.001] αντίστοιχα). Η πολυπαραγοντική ανάλυση, η οποία συμπεριλάμβανε σημαντικούς κλινικούς παράγοντες και το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας, ανέδειξε ότι η ΔΔ 2016 αποτελούσε το σημαντικότερο ανεξάρτητο προγνωστικό δείκτη ΜΚΣ (hazard ratio, 2.22; 95% CI, 1.25–3.98; P = 0.007) ενώ η ΔΔ 2009 δεν αποτελούσε σημαντικό προγνωστικό παράγοντα (hazard ratio, 1.63; 95% CI, 0.95–2.80; P = 0.074). Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι σημαντική ΔΔ με τα τρέχοντα κριτήρια του 2016 είναι ισχυρός ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου και υπερτερεί έναντι της ΔΔ με κριτήρια 2009 σε προγνωστική αξία.

 

Prasad SBLin AKGuppy-Coles KB et al. J Am Soc Echocardiogr 2018;31:1127-36

 

 

Η λειτουργικότητα του δεξιού κόλπου προβλέπει την κλινική έκβαση σε ασθενείς με προ-τριχοειδική πνευμονική υπέρταση.

 

Οι ερευνητές μελέτησαν 47 ασθενείς με προτριχοειδική πνευμονική υπέρταση.

Υπολογίστηκε το κλάσμα κένωσης του δεξιού κόλπου (ΚΚΔκ) ως ο (τελοσυστολικός-τελοδιαστολικός όγκος/τελοσυστολικός όγκος)% και ο δείκτης λειτουργικότητας του δεξιού κόλπου (ΔΛΔκ) ως ο λόγος (ΚΚΔκ x ολοκλήρωμα ταχυτήτων χώρου εξόδου δεξιάς κοιλίας/δείκτης τελοσυστολικού όγκου του δεξιού κόλπου). Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για περίπου 25 μήνες για εμφάνιση κλινικής επιδείνωσης (θάνατος, νοσηλεία για πνευμονική υπέρταση ή επιδείνωση της νόσου). Φάνηκε ότι ο ΔΛΔκ αποτελούσε προγνωστικό δείκτη δυσμενούς κλινικής έκβασης (hazard ratio,0.935; 95% CI, 0.890–0.981; P = 0.007). Η προσθήκη του ΔΛΔκ επιπλέον καθιερωμένων προγνωστικών δεικτών, όπως η δοκιμασία εξάλεπτης βάδισης, το ΝΤ pro-BNP και η επιφάνεια του δεξιού κόλπου βελτίωσε την προγνωστική τους αξία. Οι ερευνητές καταλήγουν πως ο ΔΛΔκ είναι ένας εύκολα μετρήσιμος δείκτης με ισχυρή προγνωστική αξία για την κλινική έκβαση ασθενών με προ-τριχοειδική πνευμονική υπέρταση, ωστόσο περαιτέρω μελέτες χρειάζονται για την αξιολόγηση και την καθιέρωση αυτού του δείκτη στην κλινική πράξη.

 

Mouratoglou SADimopoulos KKamperidis V, et al. J Am Soc Echocardiogr 2018;31:1137-45

 

 

Doppler εκτίμηση αορτικής στένωσης. H μέτρηση της μέγιστης ταχύτητας είναι ανώτερη της μέτρησης του ολοκληρώματος των ταχυτήτων σε επαναληψιμότητα.

 

Σε αυτή τη μελέτη, 25 διαφορετικοί εξεταστές μέτρησαν τη μέγιστη ταχύτητα και το ολοκλήρωμα των ταχυτήτων δια της αορτικής βαλβίδας με συνεχές Doppler όπως και τη μέγιστη ταχύτητα και το ολοκλήρωμα των ταχυτήτων στο χώρο εξόδου της αριστερής κοιλίας με παλμικό Doppler σε ασθενείς με στένωση αορτικής βαλβίδας. Σκοπός της μελέτης ήταν η εκτίμηση της επαναληψιμότητας των μετρήσεων. Φάνηκε ότι η μέτρηση των μέγιστων ταχυτήτων εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη επαναληψιμότητα σε σύγκριση με την μέτρηση των ολοκληρωμάτων των ταχυτήτων τόσο με παλμικό (coefficient of variation 10.1 vs. 18.0% αντίστοιχα ; P < 0.001) όσο και με συνεχές (coefficient of variation 4.0 vs. 10.2% αντίστοιχα; P < 0.001) Doppler. Η επαναληψιμότητα στη μέτρηση των ολοκληρωμάτων των ταχυτήτων είναι κατώτερη των μέγιστων ταχυτήτων, επειδή το αρχικό και τελικό τμήμα της καταγραφής (του φακέλου) είναι δύσκολο συχνά να πλανημετρηθούν αξιόπιστα και με καλή επαναληψιμότητα. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η σημαντικά ανώτερη επναληψιμότητα της μέτρησης των μέγιστων ταχυτήτων σε σύγκριση με τη μέτρηση των ολοκληρωμάτων των ταχυτήτων, μειώνει σημαντικά τη μεταβλητότητα των μετρήσεων κατά 6 φορές περίπου. Η καλή επαναληψιμότητα των μετρήσεων στην εκτίμηση της στένωσης της αορτικής βαλβίδας έχει μεγάλη σημασία στην αξιόπιστη παρακολούθηση της εξέλιξης της νόσου και στην έγκαιρη λήψη κλινικών αποφάσεων.

 

Sacchi SDhutia NMShun-Shin MJ, et al.. European Heart Journal – Cardiovascular Imaging 2018;19:1380–1389

 

 

Μαγνητική τομογραφία καρδιάς: Ακολουθία Τ1 mapping. Μέρος 1 Λήψη και εκτίμηση

Ένας μεγάλος αριθμός μελετών έχει αποδείξει ήδη τις παθολογικές μεταβολές  του χρόνου επιμήκους χάλασης του μυοκαρδίου (Τ1) καθώς και του κλάσματος του εξωκυτταρικού μυοκαρδιακού όγκου (ECV) σε διαφορετικές παθολογικές οντότητες. Είναι επίσης φανερό ότι η συνεχής εξέλιξη της ανάπτυξης της ακολουθίας Τ1, της λήψης και της εκτίμησης των εικόνων, έχουν ουσιαστική επίδραση στην ποσοτικοποίηση των αποτελεσμάτων, κάνοντας έτσι την μεταφορά των ευρημάτων στην καθημερινή κλινική πράξη ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα.

Προκειμένου να υπάρχει μια βάση για τις παθολογικές μεταβολές του T1 mapping και του ECV, η παρατιθέμενη ανασκόπηση συνοψίζει τις μεθοδολογικές πλευρές του μυοκαρδιακού Τ1 mapping, τους τεχνικούς και φυσιολογικούς παράγοντες που μπορεί να έχουν επίδραση στα αποτελέσματα και τέλος αναφέρει τις αναφερθείσες φυσιολογικές τιμές του ενδογενούς Τ1 mapping και του ECV.

Reiter G, Reiter C, Kräuter C, Fuchsjäger M, Reiter U. Eur J Radiol. 2018 Dec;109:223-234.

 

Μαγνητική τομογραφία καρδιάς: Ακολουθία Τ1 mapping. Μέρος 2 : Διάγνωση και εφαρμογή στην κλινική πράξη

Η μη επεμβατική ταυτοποίηση και διαφοροποίηση των μυοκαρδιακών νόσων είναι ο πρωταρχικός στόχος της χαρτογράφησης του χρόνου επιμήκους χάλασης   (Τ1) και του κλάσματος του εξωκυτταρικού μυοκαρδιακού όγκου (ECV) με τη μαγνητική τομογραφία καρδιάς. Με δεδομένο το γεγονός ότι οι τιμές Τ1 και ECV αλληλεπικαλύπτονται σε διαφορετικούς φαινοτύπους στις παθήσεις της αριστερής κοιλίας, το κύριο ερώτημα είναι αν και σε ποιο βαθμό προσφέρουν διαγνωστικά πλεονεκτήματα και εάν μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτική λύση για τις ακολουθίες καθυστερημένης ενίχυσης με γαδολίνιο όπου χρησιμοποιείται σκιαγραφικό.

Η παρατιθέμενη ανασκόπηση συνοψίζει φυσιολογικές και παθοφυσιολογικές μεταβολές των Τ1 και ECV καθώς και τις μεταβολές των Τ1 και ECV σε διαφορετικές καρδιακές νόσους με σκοπό να υποστηρίξει τη μεταφορά της ερευνητικής δραστηριότητας στην κλινική πράξη

Reiter U, Reiter C, Kräuter C, Fuchsjäger M, Reiter G. Eur J Radiol. 2018 Dec;109:235-247.

 

 

Εκτίμηση της λειτουργίας της δεξιάς κοιλίας στην πνευμονική υπέρταση με πολλαπλές απεικονιστικές μεθόδους.

Ως πνευμονική υπέρταση (ΠΥ) ορίζεται μέση πίεση στην πνευμονική αρτηρία > 25mmHg, σε ηρεμία. Ως αίτια ΠΥ αναφέρονται καρδιακές, πνευμονικές και συστηματικές νόσοι. Η εκτίμηση της λειτουργίας της δεξιάς κοιλίας (RV) στην ΠΥ είναι πολύ σημαντική για τη θεραπεία και την πρόγνωση. Η ποσοτικοποίηση του όγκου και της λειτουργίας της RV παραμένει δύσκολη εξαιτίας της πολύπλοκης γεωμετρίας της.

Έχουν χρησιμοποιηθεί πολλές απεικονιστικές μέθοδοι για την διάγνωση της ΠΥ και την εκτίμηση της λειτουργικότητας της RV. Ηχωκαρδιογραφία, τριδιάστατη ηχωκαρδιογραφία, παραμόρφωση του μυοκαρδίου (strain), αξονική και μαγνητική τομογραφία έχουν πλεονεκτήματα και περιορισμούς, αλλά μπορούν να παρέχουν μοναδικές πληροφορίες.

Στην παρατιθέμενη ανασκόπηση περιγράφεται η χρησιμότητα, τα πλεονεκτήματα και οι ελλείψεις της κάθε απεικονιστικής μεθόδου στην εκτίμηση των ασθενών με ΠΥ.

Seo HS1, Lee H2. J Cardiovasc Imaging. 2018 Dec;26(4):189-200.