+30 210 77 77 188

Εγκυμοσύνη και Καρδιά

Επιμέλεια:
Τσούγκος Ηλίας
Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Μέλος Δ.Σ. Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας

Είναι ανησυχητική η αναιμία κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης;

Κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, αυξάνεται ο όγκος του αίματος που κυκλοφορεί στο κυκλοφορικό σύστημα, γιατί γίνεται κατακράτηση υγρών από τις ορμόνες που παράγονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Για το λόγο αυτό, όταν σε μία γενική εξέταση αίματος διαπιστώνεται ότι υπάρχει αναιμία, αυτό κατά κανόνα δεν είναι ανησυχητικό, γιατί οφείλεται στην αραίωση των ερυθρών αιμοσφαιρίων και όχι σε ελάττωση της παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων. Βέβαια, ενδέχεται να υπάρχει και ελάττωση του σιδήρου, λόγω του ότι καταναλίσκεται ο σίδηρος της μητέρας για την ανάπτυξη του εμβρύου. Στις περιπτώσεις αυτές η χορήγηση σιδήρου επιλύει το πρόβλημα.

Τι σημαίνει το πρήξιμο στα κάτω άκρα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης;

Ένα άλλο πρόβλημα που μπορεί να εμφανιστεί, είναι το ελαφρύ πρήξιμο των ποδιών. Αυτό οφείλεται στην πίεση που εξασκεί η διογκωμένη μήτρα πάνω στις φλέβες που μεταφέρουν το αίμα από τα πόδια στην καρδιά. Έτσι το ελαφρύ πρήξιμο στα πόδια είναι κάτι αναμενόμενο. Για τον ίδιο λόγο, μπορεί να παρουσιαστεί μικρή ελάττωση της αρτηριακής πίεσης, εύκολη κόπωση και αδυναμία.

Τι είναι η μυοκαρδιοπάθεια της εγκυμοσύνης;

Πολύ σπάνια, είναι δυνατόν να παρουσιασθεί μία μυοκαρδιοπάθεια ειδικού τύπου που ονομάζεται «μυοκαρδιοπάθεια της εγκυμοσύνης», γι’ αυτό κάθε έγκυος που παρουσιάζει προβλήματα στο κυκλοφορικό σύστημα, θα πρέπει να εξετάζεται από καρδιολόγο. Γενικότερα, κάθε γυναίκα με γνωστή χρόνια καρδιοπάθεια, θα πρέπει να υποβάλλεται σε πλήρη καρδιακή μελέτη, ενώ παράλληλα θα πρέπει σε συνεργασία με τον γυναικολόγο της να σχεδιάζεται η καλύτερη μέθοδος τοκετού, ώστε τόσο η μητέρα, όσο και το παιδί να είναι ασφαλείς.

Σε ποιες περιπτώσεις θα πρέπει να παρακολουθείται η εγκυμονούσα;

Κατά κανόνα, το stress του τοκετού, ιδιαίτερα κατά την έξοδο του εμβρύου από τη μήτρα, προκαλεί μεγάλη αύξηση της αρτηριακής πίεσης της εγκυμονούσας γυναίκας και επιβαρύνει σημαντικά την καρδιακή της λειτουργία, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που η καρδιά πάσχει. Τέτοιες περιπτώσεις αφορούν συνήθως γυναίκες που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια, που οφείλεται σε οποιαδήποτε αιτιολογία, σοβαρές αρρυθμίες της καρδιάς, αυξημένη αρτηριακή πίεση και σακχαρώδη διαβήτη. Οι παθήσεις αυτές χρειάζονται ουσιαστική αντιμετώπιση από εξειδικευμένα κέντρα ή εξειδικευμένους γιατρούς.
Υπάρχουν ειδικές μορφές συγγενών καρδιοπαθειών (εκ γενετής παθήσεις της καρδιάς), που πρέπει να προσεχθούν κατά την εγκυμοσύνη και να εκτιμηθεί κατά πόσον πρέπει η συγκεκριμένη γυναίκα να γεννήσει με φυσιολογικό τοκετό. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν κυρίως οι κυανωτικές καρδιοπάθειες και η πνευμονική υπέρταση οποιασδήποτε αιτιολογίας. Η πνευμονική υπέρταση είναι από τις πλέον επικίνδυνες παθήσεις για την έγκυο και το έμβρυο. Εάν η πνευμονική υπέρταση είναι ιδιαίτερα υψηλή, συνιστάται ακόμα και διακοπή της εγκυμοσύνης, για την ασφάλεια της μητέρας.

Σε περίπτωση βαλβιδοπάθειας τι θα συμβεί;

Σε άλλες μορφές καρδιοπαθειών, επιχειρείται κατά κανόνα αντιμετώπιση της καρδιοπάθειας πριν από την εγκυμοσύνη, ώστε η μητέρα να είναι ασφαλής. Κλασική περίπτωση αποτελεί η στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας με στόμιο της βαλβίδας μικρότερο του ενός τετραγωνικού εκατοστού. Στην περίπτωση αυτή επιχειρείται βαλβιδοπλαστική κατά τον καθετηριασμό της καρδιάς στο αιμοδυναμικό εργαστήριο. Εάν δεν είναι δυνατόν, τεχνικά, να γίνει η βαλβιδοπλαστική, τότε επιχειρείται χειρουργική αντιμετώπιση της παθήσεως. Γενικότερα όμως, σε κάθε μορφή βαλβιδοπάθειας, που προκαλεί στένωση ή ανεπάρκεια βαλβίδας (αορτικής, τριγλώχινος, πνευμονικής), θα πρέπει να εκτιμάται υπερηχογραφικά η βαρύτητα της βλάβης και να προτιμάται η καισαρική τομή από το φυσιολογικό τοκετό για μεγαλύτερη ασφάλεια της μητέρας. Ειδικότερα όμως, στην περίπτωση της στένωσης της μιτροειδούς κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μεταξύ 3ου και 5ου μηνός, είναι δυνατόν το πρώτο σύμπτωμά της να είναι ή η σοβαρού βαθμού δύσπνοια ή το οξύ πνευμονικό οίδημα. Στις περιπτώσεις αυτές, ανάλογα με τη βαρύτητα εφαρμόζεται η πρέπουσα επεμβατική θεραπεία.